Μία συγκινητική δισκοκριτική του album "Part of The Whole"

Updated: Jul 27

Πριν λίγες μέρες έλαβα μία δισκοκριτική για το album μου "Part of The Whole".

Δεν τη διάβασα αμέσως...για το λόγο ότι ήθελα να είμαι έτοιμη ψυχολογικά.

Το γιατί, θα το καταλάβετε διαβάζοντας...

Ευχαριστώ θερμά τον Κυριάκο Κυριακού,

μάνατζερ του δισκογραφικού Label "Lighten The Underground" , για τη συγκίνηση που μου προσέφερε, αλλά και για τη χαρά του να γνωρίζω έναν άνθρωπο ο οποίος πραγματικά σέβεται και εκτιμάει τη μουσική, ως τέχνη και το δημιουργό, αλλά έχει και το σπάνιο ταλέντο να αντιλαμβάνεται την ιστορία, το συναισθηματικό υπόβαθρο και τη βιωματική κατάθεση, πάνω στα οποία οικοδομείται μία καλλιτεχνική δημιουργία - μία ανθρώπινη έκφραση.

Απολαύστε το.

Thomais de Fois




THOMAIS DE FOIS - Part of the Whole CD

Μια άλλη οπτική για τον δίσκο


   Υπάρχουν δύο τρόποι για να αξιολογήσει κανείς το Part of the Whole, το πρώτο full length προσωπικό άλμπουμ της Thomais De Fois.

   Η μπάντα η οποία είναι, στην ουσία, το προσωπικό project της Thomais Fois με τους συμμετέχοντες μουσικούς να επιλέγονται κάθε φορά ανάλογα με τις ανάγκες των συνθέσεων και την ατμόσφαιρα που θέλει να βγάλει προς τα έξω η κάθε μία σύνθεση. Και, όπως θα διαπιστώσει κάποιος διαβάζοντας παρακάτω, δεν θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο

παρά το προσωπικό project της καλλιτέχνιδας, διαφορετικά το αποτέλεσμα δεν θα ήταν τόσο αυθεντικό όπως αυτό που ακούμε στο album αυτό. Το άλμπουμ αυτό χαρακτηρίζει την δημιουργό (και όχι το αντίστροφο). Το γιατί, ειπώνεται παρακάτω.

   Ο πρώτος, και πιο ανώδυνος, λοιπόν τρόπος αξιολόγησης του album είναι καθαρά από τη μουσική σκοπιά. Σίγουρα ένας reviewer θα αξιολογήσει παραπάνω από θετικά το άκουσμα, με τον τρόπο όμως αυτόν θα χαθεί ένα μεγάλο μέρος της αξίας του ακούσματος. Ο δεύτερος, και πλέον επικίνδυνος, είναι το να προσπαθήσει κάποιος να το προσεγγίσει από τη βιωματική σκοπιά της ίδιας της καλλιτέχνιδας, να συνδυάσει τη μουσική, τους στίχους και τα βιώματά της για να διαπιστώσει ότι αυτό που επιχειρεί να κάνει η δημιουργός σε αυτό τον δίσκο δεν έχει να κάνει με μια τυπική ανάγκη έκφρασης ενός καλλιτέχνη: Κάθε καλλιτέχνης οπωσδήποτε χρησιμοποιεί το έργο του για να εκφραστεί ποικιλοτρόπως, ελάχιστοι όμως επιλέγουν την επικινδυνότητα του να αποκαλύψουν τα άδυτα της ψυχής τους, μέσω του έργου τους, στον ακροατή. Ακόμα λιγότεροι το κάνουν με την ειλικρίνεια που αρμόζει σε τέτοιου είδους δύσκολα εγχειρήματα. Στην πραγματικότητα, κάθε τέτοια προσπάθεια που δεν χαρακτηρίζεται από ειλικρίνεια είναι καταδικασμένη να αποτύχει.

   Δεν θα σου το πει ποτέ αυτό η δημιουργός, ότι το άλμπουμ αυτό είναι ο ψυχικός της αντικατοπτρισμός δηλαδή, αλλά αν πράγματι ενδιαφέρει τον ακροατή να εντοπίσει την ιδιαιτερότητα αυτού του άλμπουμ, θα το ανακαλύψει μόνος του. Στην πραγματικότητα η δημιουργός παρουσιάζει μια απεγνωσμένη ανάγκη να εκφραστεί, απλώς έχει το χάρισμα να δώσει διέξοδο σε αυτή της την ανάγκη μέσω της μουσικής, διαφορετικά θα γύριζε τον κόσμο ανάποδα προκειμένου να βρει έναν άλλο τρόπο να καταγράψει τις συμπαντικές συχνότητες ενός τέτοιου εγχειρήματος.

   Δεν την ενδιαφέρει να αρέσει αυτό που θα παρουσιάσει στον ακροατή, επομένως, από τη στιγμή που η ίδια γίνεται ακροατής του εαυτού της τη στιγμή της σύνθεσης (ο ακροατής θα υποχρεωθεί να υποκλιθεί στην ειλικρίνεια του ακούσματος κατά τη διάρκειά του, ωστόσο), και από τη στιγμή που στον δίσκο αυτόν παρουσιάζει τον εαυτό της. Επίσης, ο δίσκος, όντας προέκταση του εαυτού της, δεν αποσκοπεί στο να ενταχθεί σε κάποιο συγκεκριμένο μουσικό είδος, ή να ικανοποιήσει κάποια συγκεκριμένα μουσικά πρότυπα, ή να μπει σε καλούπια ή να εντυπωσιάσει τον ακροατή μέσω πολυποίκιλων ηχοχρωμάτων ή μέσω εκτελεστικής ικανότητας. Ο ακροατής εντυπωσιάζεται από την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του ακούσματος, αλλά πάντως η αίσθηση αυτή περνάει σε δεύτερη μοίρα, διότι κάπου εδώ ξεκινάει και ο διαχωρισμός του τρόπου με τον οποίο θα αντιληφθεί το ίδιο το άκουσμα (οι δύο διαφορετικοί τρόποι που ανέφερα παραπάνω).

   Το να εντάξουμε επομένως τον δίσκο στη γενικότερη κατηγορία του ατμοσφαιρικού ροκ είναι μια αφετηρία, εδώ όμως η όλη ατμόσφαιρα του δίσκου (σε αντίθεση με άλλους αντίστοιχους), λειτουργεί αφαιρετικά με σκοπό να εντάξει στον ακροατή στις αθόρυβες και χαμηλές (αλλά σεισμικού πλάτους) δονήσεις της πάλης του ψυχικού είναι της δημιουργού με τα βιώματα, τους δαίμονες, τις εμπειρίες, τα τραύματα, τα αδιέξοδα αλλά και τις προσωπικές της νίκες, χωρίς να ωραιοποιεί όλες αυτές τις καταστάσεις, χωρίς φτιασιδώματα. Μια πάλη βουβή, αλλά και τόσο οδυνηρή την ίδια στιγμή. Το ίδιο λιτό και αφαιρετικό είναι και το γενικότερο layout στο 8σελιδο booklet, σε προδιαθέτει για αυτό που πρόκειται να ακούσεις μόλις πατήσεις το play στο στερεοφωνικό σου.

   Ο ακροατής λοιπόν καλείται να συμμετέχει στο άκουσμα κατ’ αυτό τον τρόπο, και όχι να το αντιληφθεί στενά από τη μουσική του σκοπιά, διότι όσο περισσότερο συνειδητοποιούμε τον πραγματικό σκοπό και λόγο της δημιουργίας του, τόσο περισσότερο οδηγούμαστε στο να αποφασίσουμε αν απλώς θέλουμε να τον ακούσουμε ή να συμμετέχουμε στο άκουσμα. Σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση, το να συμμετέχεις σε αυτό το ψυχογράφημα γραμμένο σε νότες καθίσταται οδυνηρό και για τον ίδιο τον συμμετέχοντα, διότι από την μία θέλει να το γευτεί ως το τέλος, από την άλλη όμως καλείται και εκείνος να έρθει αντιμέτωπος με τις δικές του προσδοκίες, τα δικά του αδιέξοδα, τους φόβους, καλείται να κάνει τον δικό του απολογισμό, καλείται να αντέξει το απέραντο γκρίζο. Ειδικά όταν επιλέγει το άκουσμα να τον συντροφεύει σε στιγμές ερήμωσης, όπως η περίοδος της περιβόητης καραντίνας, η οποία αναπόφευκτα έφερε στην επιφάνεια πολλά από τα υπαρξιακά μας ερωτήματα ή αδιέξοδα…

   Ας πάρουμε για παράδειγμα το Desperate Lie, το αγαπημένο μου κομμάτι του δίσκου…Πόσοι από εμάς δεν κρυβόμαστε πίσω από ένα βολικό ψέμα, προκειμένου να μην ομολογήσουμε την αλήθεια στον εαυτό μας; Για πόσους από εμάς το βολικό αυτό ψέμα δεν αποτελεί αιτία στατικότητας; Η σπαραχτική απαγγελία μετά το δεύτερο μισό του τραγουδιού δεν είναι παρά ο διάλογος με τον εαυτό μας που αποφεύγουμε να κάνουμε, προκειμένου να μην έρθουμε αντιμέτωποι με τις άβολες αλήθειες τις οποίες θα πρέπει να απαντήσουμε.

Για να φτάσει όμως κάποιος μέχρι αυτή την προτελευταία σύνθεση, θα πρέπει να αντέξει το μπλε της απώλειας. Στο Loss is Blue η δημιουργός καταγράφει την θλίψη της πρόωρης απώλειας του αγαπημένου της, την τραγικότητα των στιγμών που από προσδοκία μετατράπηκαν σε ένα αντίο χωρίς επιστροφή. Είναι από αυτά τα αντίο, έπειτα από τα οποία τίποτε δεν θα είναι ξανά το ίδιο. Το γκρίζο της μέχρι τώρα ατμόσφαιρας του δίσκου, έρχεται να αντικατασταθεί από το γαλάζιο της απώλειας…

   Μην περιμένετε να ακούσετε μεγάλες ταχύτητες και ξεσπάσματα στον δίσκο, με την κλασσική έννοια της δυναμικής που αυτά τα χαρακτηριστικά δίνουν στο ροκ, διότι εδώ έχουμε μια εντελώς άλλη δυναμική, εσωτερική και πιο ‘οδυνηρή’ για τον συμμετέχοντα στο άκουσμα.

   Το Walk είναι η τρίτη σύνθεση του cd, η οποία ξεκινάει με μία κλασσική ακουστική Flamengo μελωδία, και συνεχίζει με ένα συνεχώς αυξανόμενο κρεσέντο υπό τη συνοδεία κρουστών και του παρατεταμένου vibrato της δημιουργού κάπου στην μέση της σύνθεσης. Νομίζεις ότι ξαφνικά έχεις γίνει μέρος της ατμόσφαιρας και της δραματικότητας που χαρακτηρίζει τις ταινίες του Αλμοδοβάρ, έχεις την αίσθηση ότι ο σκηνοθέτης αφιερώνει λίγα λεπτά για να σε ξεναγήσει στις ομορφιές της Μαδρίτης, αλλά και να σου δώσει μια ανάσα πριν την καταιγίδα, υπό τους ήχους του συγκεκριμένου τραγουδιού. Και όπως συμβαίνει στις ταινίες του σκηνοθέτη που προέρχεται από τη χώρα του Θερβάντες, στις οποίες έρχεται το δραματικό φινάλε να κορυφώσει την ένταση, έτσι και στο Walk έρχεται η κορύφωση με το κρυστάλλινο high-pitched συναισθηματικό ξέσπασμα της τραγουδίστριας-δημιουργού στο τέλος της σύνθεσης. Είσαι έτοιμος να αντέξεις τα γρονθοκοπήματα στην αρένα της ζωής; Στην πραγματικότητα είσαι μόνος σου σε αυτό, γεννήθηκες μόνος, φεύγεις μόνος αλλά και ενδιάμεσα τις δυσκολίες τις αντιμετωπίζεις ουσιαστικά μόνος. Ο αγώνας είναι άνισος, όπως αυτός του ταυρομάχου απέναντι στον ταύρο, εξ ου και ο Flamengo ρυθμός στη μελωδία της κιθάρας, πιθανώς. Ξέρεις ότι θες να πετάξεις, να δραπετεύσεις, να τρέξεις στη βροχή, όμως πρέπει να σταθείς και να περπατήσεις, να μην έρπεις. Σήκω και πάλεψε, περπάτα, προχώρα.

   Στο Silence Plays η εισαγωγική μελωδία και ο ρυθμός με τα πλήκτρα φέρνουν στο μυαλό ανεπαίσθητα το Whiskey Bar των The Doors, όμως και πάλι εδώ η δραματικότητα της σύνθεσης βυθίζει τον ακροατή σε όνειρο που μετατρέπεται σε εφιάλτη…Είσαι τώρα αντιμέτωπος με το σκοτάδι. Στην πραγματικότητα δεν είναι σκοτάδι, είναι Σκιά. Είσαι έτοιμος να περάσεις στη άλλη όχθη; Ψηλά το κεφάλι, πρέπει να παραμείνεις όρθιος και ζωντανός, μην αφήσεις τους εφιάλτες σου να σε παρασύρουν στην ανυπαρξία γελώντας σαρκαστικά…

Στην εσχατιά της ύπαρξής σου, οι Σκιές και οι Εφιάλτες, επανέρχονται ως σιωπηλοί δολοφόνοι γελώντας χαιρέκακα... Είναι πολύ εύκολο, και συνάμα τόσο ελκυστικό, να γίνεις λεία τους και να σε οδηγήσουν στην παγωνιά με τα ουρλιαχτά τους, θα αντισταθείς;

   Ως επίλογο θα πω το εξής: Και οι 8 συνθέσεις (συμπεριλαμβανομένης και της διασκευής (Diamonds And Rust), η οποία αποδίδεται υπό το πρίσμα της δημιουργού) είναι υπέροχες στον δρόμο στον οποίο καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε τους δαίμονές μας και να γίνουμε Μέρος του Όλου, συμμετέχοντας στο άκουσμα... Η μάχη είναι άνιση, αργά ή γρήγορα όμως, θα κληθούμε να τη δώσουμε…

Ζούμε ούτως ή άλλως σε μια μεταβατική για το ανθρώπινο είδος εποχή, η οποία έχει την ιδιαιτερότητα οι πιο ορατοί εχθροί του να είναι τόσο αθόρυβοι και αόρατοι δολοφονώντας μας τόσο ήσυχα, όσο ήσυχα περιγράφεται στο ‘Παιχνίδι της Ησυχίας’…


Κυριάκος Κυριακού



Εδώ βρίσκετε το εν λόγω album




Thomais de Fois.

©2020 All copyrights reserved

Powered by "Art In Rock" Productions